“Διοικητική μεταρρύθμιση”: κατ’ εικόνα και ομοίωση της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών το ελληνικό δημόσιο.

Παρουσίαση του Παντελή Βαϊνά στο διήμερο της ΔιΕΕξόδου, 26-27/11/2016

Υπάρχει μια μεθοδευμένη προσπάθεια εδώ και πολλά χρόνια να παρουσιαστεί το “ελληνικό δημόσιο” ως το “καθυστερημένο δημόσιο”, που θα πρέπει “να αντιγράψει τις νόρμες της καλής ΕΕ, για να εκσυγχρονιστεί” και να γίνει “αποτελεσματικό”. Πριν μπούμε καν σε αυτή την κουβέντα, να ξεκαθαρίσουμε πως όταν μιλάμε για “δημόσιο” μιλάμε για την άσκηση της κρατικής πολιτικής. Δεν υπάρχει κάποιο έτσι ουδέτερα “καλό ή κακό”, “μεγάλο ή μικρό”, “ευέλικτο ή γραφειοκρατικό” δημόσιο. Υπάρχουν κρατικές πολιτικές που εξυπηρετούνται μέσα από τις δομές του κράτους (δηλαδή το δημόσιο) και αυτές οι κρατικές πολιτικές τα τελευταία χρόνια είναι οι πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού. Το κράτος και οι δημόσιες υπηρεσίες καλούνται ακριβώς, ενεργητικά ή παθητικά, να εξυπηρετήσουν τον στόχο να εξαλειφθούν ή να υποναθμιστούν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, να ξεπουληθεί η δημόσια περιουσία και να εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα οι ανάγκες του κεφαλαίου, ακόμη και με την κατάργηση κάθε λαϊκής ή δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Τι σημαίνει διακυβέρνηση στην ΕΕ;

Από την κεφαλή βρωμάει το ψάρι, κι όποιος δεν συνειδητοποιεί τι είναι και πώς λειτουργεί η ΕΕ, δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει η “διοικητική μεταρρύθμιση” στη χώρα μας και από πού εκπορεύεται.
Ο Γ. Βασσάλος στο άρθρο του “O θεσμικός ρόλος των πολυεθνικών στη διακυβέρνηση της ΕΕ” (unfollow Τεύχος Ιουλίου 2015) περιγράφει:
“Στην «ευρωπαϊκή γειτονιά » των Βρυξελλών εδρεύουν 20.000-30.000 επαγγελματίες της εκπροσώπησης συμφερόντων (λομπίστες). Κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους από τη στιγμή που η καταγραφή τους δεν είναι υποχρεωτική. Σίγουρα όμως ο αριθμός τους είναι εντυπωσιακός, αν σκεφτεί κανείς ότι επιδιώκουν να «επηρεάζουν» περίπου 50.000 γραφειοκράτες των θεσμών της ΕΕ.
Τη γραφειοκρατία της ΕΕ απαρτίζουν περίπου 13.000 υπάλληλοι της Κομισιόν με στελεχιακό ρόλο και 18.000 με υποστηρικτικό, 751 ευρωβουλευτές με τους τριπλάσιους βοηθούς τους και τη γραμματεία του Ευρωκοινοβουλίου (περίπου 5.000), τους χιλιάδες υπαλλήλους του Συμβουλίου και τους εκπροσώπους των εθνικών υπουργείων σε αυτό και το προσωπικό διαφόρων δευτερευόντων οργανισμών της ΕΕ. Η αριθμητική αναλογία των εργαζομένων στα λόμπι με τους ευρωβουλευτές και τα στελέχη της ΕΕ που έχουν ρόλο στις αποφάσεις πρέπει να πλησιάζει το ένας προς έναν.
Η συντριπτική πλειοψηφία των λομπιστών (άνω του 70%) εκπροσωπεί συμφέροντα πολυεθνικών εταιρειών μέσω τριών διαφορετικών ειδών οργανώσεων: πρώτον, γραφεία «ευρωπαϊκών υποθέσεων» συγκεκριμένων εταιρειών, όπως για παράδειγμα Total, BNP-Paribas, Bayern, Unilever κτλ.). Δεύτερον, πανευρωπαϊκές ομοσπονδίες βιομηχανιών ανά τομέα δραστηριότητας, όπως για παράδειγμα η CEFIC, που εκπροσωπεί τις χημικές βιομηχανίες, η Europia για τις πετρελαϊκές, η Food&DrinkΕurope για τις εταιρείες τροφίμων, ομοσπονδίες των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών εταιρειών (EBF, ΑFME κ.ά.). Τρίτον, εταιρείες που έχουν ως αντικείμενό τους το ίδιο το λόμπινγκ, δηλαδή την άσκηση επιρροής επί των πολιτικών θεσμών, και που προσλαμβάνονται κυρίως από τις πολυεθνικές για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα με σκοπό να προωθήσουν ή να εμποδίσουν κάποια συγκεκριμένη απόφαση. Το υπόλοιπο 20% είναι εκπρόσωποι περιφερειακών και δημοτικών αρχών, ενώ το 10% είναι συνδικάτα, καταναλωτικές ενώσεις, περιβαλλοντικές ή άλλες ΜΚΟ κτλ.
Τι κάνει όμως καθημερινά όλος αυτός ο στρατός των λομπιστών στις Βρυξέλλες; Μήπως βρίσκεται εκεί για να ξεροσταλιάζει μπροστά στις πόρτες των γραφείων των ευρωκρατών ικετεύοντάς τους να τους αφιερώσουν λίγο από το χρόνο τους; Τουναντίον! Οι λομπίστες θεωρούνται επισήμως από την ΕΕ ως αναπόσπαστο κομμάτι της νομοθετικής διαδικασίας και της λήψης αποφάσεων. Υπάρχουν πάμπολλες διαδικασίες που διοργανώνονται από την ΕΕ με στόχο να τους εμπλέξουν.
Στο εντελώς αρχικό στάδιο της λήψης μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας από την Κομισιόν σχηματίζονται ομάδες εμπειρογνωμόνων (expert groups), που αναλαμβάνουν να συντάξουν μια αναφορά η οποία θα καθοδηγήσει την Κομισιόν στην κατάρτιση της πρότασής της. Τα expert groups συγκροτούνται συνήθως για μια πολυετή χρονική περίοδο και τους αναλογούν συγκεκριμένα κονδύλια της Κομισιόν. Οι εκπρόσωποι των πολυεθνικών εταιρειών έχουν διπλάσιες θέσεις στα expert groups απ’ ό,τι όλοι μαζί οι εκπρόσωποι του ακαδημαϊκού κόσμου, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των συνδικάτων, των καταναλωτών και των ενώσεων πολιτών κάθε είδους.
Η Κομισιόν συχνά φτιάχνει και ad hoc ομάδες για να τη βοηθήσουν να καταρτίσει ένα ερωτηματολόγιο το οποίο θα απευθύνει κατά κύριο λόγο στους συμμετέχοντες μιας αγοράς της οποίας το πλαίσιο θέλει κάθε φορά να ρυθμίσει ή να μεταρρυθμίσει. Στη συντριπτική πλειονότητα τέτοιων «γραπτών διαβουλεύσεων», το μεγαλύτερο ποσοστό απαντήσεων που , πάνω από τα δύο τρίτα, προέρχεται από τους εκπροσώπους μεγάλων εταιρειών.
Τα expert groups αποτελούν τον δοκιμαστικό σωλήνα μέσα στον οποίο συγγράφονται τα νομοθετήματα της ΕΕ με τους εκπροσώπους των πολυεθνικών να έχουν συστηματικά προνομιακή πρόσβαση σε σχέση με όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Λόγω και των ανθρώπινων πόρων που διαθέτουν, οι πολυεθνικές κυριαρχούν τόσο στις πυκνές επαφές των ευρωπαϊκών θεσμών με εξωτερικά συμφέροντα όσο και σε όλα τα επόμενα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας, συγγράφοντας πλήθος τροπολογιών που κατατίθενται από τους ευρωβουλευτές και έχοντας ενεργή ανάμειξη στις διαπραγματεύσεις που γίνονται πάντα πριν από την ολοκλήρωση των νομοθετημάτων, μεταξύ Κομισιόν, Ευρωβουλής και Συμβουλίου των Υπουργών, συγγράφοντας non papers και άλλα. Πρόσφατη έρευνα με βάση στοιχεία που δημοσίευσε η Κομισιόν δείχνει ότι το 75% των συναντήσεων που πραγματοποίησαν το τελευταίο εξάμηνο επίτροποι και διευθυντές της με εξωτερικές οργανώσεις ήταν με εκπροσώπους πολυεθνικών.”

Πίσω λοιπόν από τα ωραία λόγια περί “διαβουλεύσεων” και “καλής νομοθέτησης” αυτό που κρύβεται είναι ότι:
-το νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ φτιάχνεται μετά τις “συστάσεις” των πολυεθνικών τα συμφέροντα των οποίων αφορά.
-η “γραφειοκρατία των Βρυξελλών” δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία (ακόμη και σε ευρωπαίκό επίπεδο) και τη λαϊκή κυριαρχία, ίσα ίσα που ρόλος της είναι να διασφαλίζει ότι δεν θα θιγούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου προς όφελος καμιάς λαϊκής ανάγκης ή διεκδίκησης
-τα ισχυρότερα όργανα στην ΕΕ (πχ τα όργανα οικονομικής διακυβέρνησης) είναι άτυπα, δεν εκλέγονται και δεν δίνουν λόγο σε κανέναν λαό ή κυβέρνηση.

Η “διοκητική μεταρρύθμιση” δεν ξεκίνησε με το Μνημόνιο…

Στην ορολογία των «στελεχών» του δημοσίου (και ιδιαίτερα εκείνων που απολαμβάνουν παχυλούς μισθούς δίπλα στον εκάστοτε Υπουργό ως σύμβουλοί του…) ήδη πολύ πριν το 2010 η λέξη «δημόσιο αγαθό» είχε αντικατασταθεί από τη λέξη «προϊόν», το δημόσιο αντιμετωπιζόταν ως «επιχείρηση», ο φορολογούμενος πολίτης ονομάζεται πλέον «πελάτης». Η ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων, η σύμφυση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (μέσω των ΣΔΙΤ), η διόγκωση (με την ανοχή και τη στήριξη του κράτους) της ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε τομείς όπως η υγεία, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, είχαν κάνει το θαύμα τους: κατάφεραν να φέρουν μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες τη λογική της λειτουργίας με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, με βάση την ανταγωνιστικότητα με τις αντίστοιχες υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα. Ας μην ξεχνάμε ότι και οι κυβερνήσεις Σημίτη και οι κυβερνήσεις Καραμανλή είχαν ως βασική προμετωπίδα την “επανίδρυση του κράτους”, και έφεραν «λιγότερο κράτος», που σήμανε χωριά να καίγονται αβοήθητα, δασικές εκτάσεις να αφανίζονται, οι πλημμύρες να απειλούν ανθρώπινες ζωές, την ίδια ώρα που το εργολαβικό κεφάλαιο πλούτιζε με τα έργα ΣΔΙΤ, τα ολυμπιακά έργα, τα διόδια, τις μίζες της Ζίμενς κλπ. Με τις ευλογίες της “καλής” ΕΕ και τον πακτωλό των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.
Κι ύστερα ήρθε ο ΓΑΠ και το Καστελόριζο. Τότε μπήκαν οι βάσεις για την τεράστια επίθεση στα δημόσια αγαθά, με το μανδύα του «εκσυγχρονισμού» που θα μας έφερναν η Τρόικα και οι ειδικοί της Task-Force. Δεν θα επεκταθώ ποιοι ήταν αυτοί οι ειδικοί και γιατί τους στείλανε σε μας να τους πληρώνουμε, μιας και η Γαλλία πχ τους είχε διώξει. Θα πω μόνο ότι επί 6 συναπτά έτη, κάθε κυβέρνηση που έρχεται, παρουσιάζει τις ίδιες συνταγές της Τρόικας ως φοβερές «νέες» ιδέες εκσυγχρονισμού του κράτους. Στο μεταξύ, σχολεία και νοσοκομεία κλείνουν, το ΕΚΑΒ δεν έχει ασθενοφόρα, τα ασφαλιστικά ταμεία δεν μπορούν να δώσουν συντάξεις, το προσωπικό μειώνεται συνεχώς (μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων, δηλαδή), οι μισθοί μειώνονται, οι ιδιωτικοποιήσεις και οι απευθείας αναθέσεις προχωρούν.

Μειώνεται όλο το κράτος άραγε; Όχι! Κι εδώ είναι μια λεπτομέρεια που δεν θέλουν να συζητιέται: Γιατί την ίδια ώρα που συρρικνώνουν όποια δομή του δημοσίου προσφέρει κάποιο κοινωνικό αγαθό, την ίδια στιγμή φτιάχνουν ένα άλλο «υπερ-δημόσιο». Ένα παρα-σύστημα, που ενώ ασκεί δημόσιες εξουσίες και κρατικές λειτουργίες, δεν ελέγχεται από την κυβέρνηση –και βέβαια δεν υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς. Μπορεί να κινείται ελεύθερα, να πληρώνεται και να πληρώνει όσο… νομίζει!
Η Γενική Γραμματεία Εσόδων, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το ΤΑΙΠΕΔ (και το νέο υπερταμείο αποκρατικοποιήσων), η Τράπεζα της Ελλάδος και όλοι οι αντίστοιχοι Οργανισμοί που, ενώ ασκούν δημόσια διοίκηση, επιλέγονται από τους δανειστές και δίνουν λόγο απυεθείας σε αυτούς, εξαιρούνται από όλες τις περιοριστικές ρυθμίσεις του δημοσίου. Ξέρει κανείς τι πληρώνονται τα στελέχη του ΤΑΙΠΕΔ; Γνωρίζει κανείς με ποια κριτήρια επιλέγονται οι Διευθυντές της ΓΓ Εσόδων; Ξέρει κανείς ότι η ΤτΕ εξαιρείται από τις ρυθμίσεις του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου ως υπαγόμενη απευθείας στην ΕΚΤ;
Μια σειρά από νόμοι που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους (κινητικότητα, αξιολόγηση κλπ) στοχεύουν στο να διαχωρίσουν την “ήρα από το στάρι”: δηλαδή να δώσουν κίνητρα στα ανώτερα στελέχη της διοίκησης για να συμπεριφέρονται ως τοποτηρητές της Τρόικας μέσα στα Υπουργεία, ενώ ταυτόχρονα θέλουν να μετταρέψουν τους υπόλοιοπους δημοσίους υπαλλήλους σε φοβισμένους διεκπεραιωτές αυτών των πολιτικών.

Το ίδιο ισχύει και στη νομοθέτηση: Οι μνημονιακοί νόμοι έχουν παράξει μια ειδική νομοθεσία που αφορά τις φαστ-τρακ επενδύσεις η οποία είνια εντελώς διαφορετική (φορολογικά, πολεοδομικά, αρχαιολογικά κλπ) από αυτή που αφορά τον απλό πολίτη. Ειδικές ρυθμίσεις διέπουν όσους κάνουν ντηλ με το ΤΑΙΠΕΔ, οι οποίοι βλέπουν τις απαιτήσεις τους να γίνονται νόμοι του κράτους (παλιά αυτό το λέγανε “φωτογραφική διάταξη”!). Στο όνομα της κατάργησης των “φραγμών στην επιχειρηματικότητα” καταργείται κάθε προστασία της εργασίας! Μια σειρά από νομοι που σχετίζονται με το δημόσιο λογιστικό (δημοσιονομικό “συμμάζεμα”) και την κατανομή των ΕΣΠΑ κάνουν σχεδόν αδύνατη την οποιαδήποτε αναγκαία δαπάνη (πχ υλικά σε νοσοκομεία, φάρμακα), ενώ επιβάλλουν σχεδόν να γίνονται αναθέσεις σε εργολάβους αντί για προσλήψεις, απαραίτητες ις συμβάσεις ΣΔΙΤ ή τις “παραχωρήσεις” με αντάλλαγα (βλ. δρόμοι-διόδια), όπου ο παραχωρησιούχος τελικά και πληρώνεται για την κατασκευή του έργου από το δημόσιο και χαρατσώνει τους πολίτες με τις ευλογίες του δημόσίου για το έργο το οόίο έχον ήδη πληρώσει ως φορολογούμενοι! Τέλος, όπως έχον παραδεχτεί δημόσια και οι κυβερνήσεις και οι επιχειρηματίες, η Τρόικα πρακτορεύει συγκεκριμένα συμφέροντα: από φωτογραφικελς ρυθμίσεις που μπαίνουν στα Μνημόνια (πχ ρυθμίσεις για επιδόρπια γάλακτος!) μέχρι το ότι η πώληση των 14 αεροδρομίων ή του Ελληνικού ήταν “προϋποθέσεις για την εκταμίευση δόσης”, οι εκπρόσωποι της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ λειτουργούν ως μαφία που πουλάει προστασία στον ελληνικό λαό προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων.

Δεν πρόκειται για κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα: είναι η ουσία της κρατικής πολιτικής της ΕΕ. Έξι χρόνια μετά θα πρεπε να καταλαβαίνουν όλοι ότι όταν ακούνε «εκσυγχρονισμό κράτους» αυτό που εννοείται είναι το κράτος του νεοφιλελευθερισμού: κιμπάρικο για τους επενδυτές και τους κατέχοντες, ανύπαρκτο για τον πολίτη ως δημόσια αγαθά, υπαρκτότατο ως κράτος-τιμωρός που επιβάλλει άτεγκτα τη φορολογία, τον πλειστηριασμό, την καταστολή…
Την ίδια ώρα που το «δημόσιο» σε ότι αφορά την εξυπηρέτηση του πολίτη διαλύεται ή συρρικνώνεται, το άλλο «δημόσιο», αυτό που αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις και την επιβολή των Μνημονίων και διογκώνεται και αμείβεται. Γιατί πέραν όλων των άλλων, αυτές οι πολιτικές της ΕΕ, του ΔΝΤ και των μνημονιακών κυβερνήσεων δυο πράγματα έχουν σε αφθονία: την υποκρισία και τον ακραίο κυνισμό.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *