Όλα όσα θα θέλατε να μάθετε για τα ΕΣΠΑ και δεν είχατε ποιον να ρωτήσετε -part 1

Ερωτήσεις και Απαντήσεις σχετικά με τη λειτουργία των Αναπτυξιακών Πλαισίων της ΕΟΚ/ΕΕ
(Εκδήλωση ΔιΕΕξόδος, Αθήνα, 14.10.2016)

Ποιοι εμπλέκονται στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των συγχρηματοδοτούμενων από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία(ΕΔΕΤ) της ΕΕ, έργα;

Τα όργανα της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΟΚ παλαιότερα), θέτουν αφετηριακά τις αναπτυξιακές κατευθύνσεις στην έναρξη των προγραμματικών περιόδων. Σ’ αυτές αποτυπώνονται οι συσχετισμοί που έχουν διαμορφωθεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή μεταξύ των εθνικών αστικών τάξεων στο εσωτερικό της Ένωσης. Πρόκειται για τον σημαντικότερο από τους συνολικά τέσσερις παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν το «που θα κατευθυνθούν τα ευρωπαϊκά πακέτα.»

Στο εσωτερικό του κάθε κράτους μέλους, το αστικό πολιτικό σύστημα, με τα όργανα και διαδικασίες του, έχει τη δυνατότητα – τουλάχιστον μέχρι σήμερα – να εξειδικεύει τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, «κατευθύνοντας» τα κονδύλια που λαμβάνει η χώρα από την «ευρωπαϊκή πίτα» των ΕΔΕΤ. Μ’ αυτό τον τρόπο έχει την ευκαιρία να διαμορφώνει κοινωνικές συμμαχίες και να μεγιστοποιεί τα πολιτικά του οφέλη.

Θυμίζουμε εδώ τη σημαντική χρηματοδότηση των Ελλήνων αγροτών τα πρώτα χρόνια μετά την ένταξη στην τότε ΕΟΚ. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες τα όργανα της ΕΟΚ έκαναν τα στραβά μάτια (και για το ύψος, αλλά τις διαδικασίες της χρηματοδότησης αυτής) με προφανή στόχο την άμβλυνση των αντι-ΕΟΚικών αισθημάτων των ελλήνων φτωχών και μεσαίων αγροτών. Στη κατεύθυνση δημιουργίας κοινωνικών συμμαχιών του αστικού πολιτικού συστήματος της χώρας, με κομμάτια εργαζομένων, λειτουργεί και η σταθερή χρηματοδότηση των «κοινωνικών εταίρων» (βλ. συνδικαλιστικές οργανώσεις κ.ά) από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

Ιδιαίτερο ρόλο στο σχεδιασμό των προγραμμάτων διαδραματίζουν και τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα (βλ. ΣΕΒ, ενώσεις εργολάβων Δημοσίων Έργων, εταιρίες συμβούλων, Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης) επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν το «κομμάτι» τους από την εθνική πίτα …

Τέταρτος παράγοντας, με ιδιαίτερο ρόλο στο σχεδιασμό και στη διαχείριση των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, είναι τμήματα του κρατικού μηχανισμού (Διαχειριστικές Αρχές, Ενδιάμεσοι Φορείς), των οποίων οι επιτελείς με τις παρεμβάσεις τους επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν το ρόλο τους, εξασφαλίζοντας κυρίως αντικείμενο εργασίας και ιεραρχική ανέλιξη.

Οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν, ένα «δίχτυ υπεράσπισης της ΕΕ», το οποίο απλώνεται σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα στο εσωτερικό της χώρας και έχει αποδειχτεί εξαιρετικά χρήσιμο σε περιόδους που ο περιβόητος «ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας» δεν βρίσκει ισχυρά ερείσματα στην κοινωνική πλειοψηφία, λόγω του αντιλαϊκού χαρακτήρα της ΕΟΚ/ΕΕ.

Από πού προέρχεται ο «κουμπαράς» των ΕΔΕΤ;

Τα έσοδα του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο «κουμπαράς» των αναπτυξιακών πλαισίων (ΚΠΣ, ΕΣΠΑ), προέρχονται κυρίως από εισφορές των κρατών-μελών. Τη δεκαετία του 1970 τα έσοδα της τότε ΕΟΚ προέρχονταν από δασμούς (για προϊόντα εκτός της Ένωσης), από αγροτικές εισφορές και κατά ένα ποσοστό από τη φορολογητέα βάση του ΦΠΑ. Τα τελευταία χρόνια το 80% των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ προέρχονται από απευθείας εισφορές των κρατών-μελών (βλ. φορολογία Ευρωπαίων πολιτών σε εθνικό επίπεδο), βάσει του ΑΕΠ, και από τις αντίστοιχες εισφορές στη βάση της αξίας της φορολογητέας ύλης του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Τα χρήματα αυτά «κατανέμονται» σε συγκεκριμένα «Ταμεία» (Περιφερειακής Ανάπτυξης − ΕΤΠΑ, Κοινωνικό – ΕΚΤ, Αλιείας κ.ά.) και επανεισάγονται σε κάθε χώρα της Ένωσης ως χρηματοδότηση για συγκεκριμένες κατηγορίες έργων.

Θετικό ή αρνητικό το πρόσημο του οικονομικού δούναι και λαβείν της χώρας μας με την ΕΟΚ/ΕΕ;

Η συμμετοχή της Ελλάδας στα έσοδα της ΕΟΚ το 1981 ανερχόταν στο 0,26% του ΑΕΠ της. Το 2007 ανήλθε στο 1,7% του ΑΕΠ της χώρας. Οι εισπράξεις της Ελλάδας από τον προϋπολογισμό της ΕΕ μετά το 1990 κυμαίνονται στο 2,5% του ΑΕΠ.

Τα καθαρά έσοδα της Ελλάδας ως ποσοστού του ΑΕΠ, το 1981 ανήλθε στο 0,2%. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε στο 3,5%. Από το 2007 και μετά η εξέλιξη των καθαρών εσόδων της Ελλάδας από την ΕΕ μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων βαίνει μειούμενη. Το 2012 υπολογίζεται γύρω στο 1,7% του ΑΕΠ (3,29 δισ. ευρώ).

Γενικά, αν και το 70% των εσόδων του προϋπολογισμού της ΕΕ προέρχεται από τις πέντε ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία), μετατρέποντας τη συνδρομή τους σε ποσοστό του ΑΕΠ της κάθε χώρας, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι τόσο γαλαντόμες.

Τη τριετία 2007-10, με εξαίρεση τη Γαλλία, η καθεμία από τις Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο προσέφερε – στο Ενωσιακό ταμείο – ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό του ΑΕΠ της, μικρότερο του αντίστοιχου της Ελλάδας, η οποία έδωσε το 1% περίπου του ΑΕΠ της.

Τονίζουμε ότι σπανίζουν τα επίσημα στοιχεία σχετικά με την οικονομική συνδρομή της χώρας μας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, σε αντίθεση με την οργανωμένη προβολή (βλ. προγράμματα δημοσιότητας των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων) των έργων που υλοποιούνται με χρήματα των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων.

Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ότι οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις αποτελούν ένα είδος προσφοράς(!), των εταίρων μας στην ΕΟΚ/ΕΕ.

Η αποτίμηση των επιπτώσεων απ’ τα χρήματα που εισέρρευσαν από τα Ταμεία της ΕΕ, με μια αυστηρά λογιστική μεθοδολογία «έσοδα μείον έξοδα», κρίνεται ανεπαρκής.

Συγκαλύπτει το γεγονός ότι οι χρηματοδοτήσεις από τα ΕΔΕΤ διατίθενται υπό όρους και προϋποθέσεις, ενισχύοντας συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις. Λόγω αυτών των όρων και των προϋποθέσεων, αλλά και των ταξικών, και όχι μόνο, διαφοροποιήσεων (π.χ. κλαδικών, χωρικών κ.ά.) στις καπιταλιστικές οικονομίες/κοινωνίες, οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις δεν επιδρούν στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΟΚ/ΕΕ με οριζόντιο και ομοιόμορφο τρόπο.

Εκτός όμως των χειροπιαστών αποτελεσμάτων, τα συγχρηματοδοτούμενα έργα, συνέβαλαν καθοριστικά στην άμβλυνση των αντι-ΕΟΚικών αισθημάτων, που υπήρχαν σε ευρύτερα κομμάτια του πληθυσμού πριν την ένταξη της χώρας στην Ένωση.

Μέσω της σχεδιασμένης προβολής των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και συγκεκριμένα των έργων που αυτά χρηματοδοτούν, προωθήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες «αξίες, πρότυπα και καλές πρακτικές» στην κοινωνική πλειοψηφία, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό εμπεδώθηκαν από αυτήν. Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού μπορεί να μην αποκόμισε άμεσα υλικά οφέλη από τα συγκεκριμένα προγράμματα, εγγράφηκαν όμως στη συνείδησή της έννοιες και αξίες ταυτόσημες με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τη λειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού. Έννοιες όπως η «επιχειρηματικότητα», η «ανταγωνιστικότητα», η «ευελιξία» κ.λπ. εμπεδώθηκαν σε πλατιά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, χάρη και στη σημαντική συμβολή των συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΟΚ/ΕΕ έργων. Σε αυτή την κατεύθυνση επιχειρείται ένα ακόμα βήμα στην τρέχουσα Προγραμματική Περίοδο.

Στο κείμενο του ΕΣΠΑ αναφέρεται σχετικά ότι θα: «πρέπει να υπάρξει συμφιλίωση με την ιδέα του επιχειρηματικού κέρδους ως κινήτρου για την επενδυτική πρωτοβουλία, εξοστρακίζοντας από τις επιλογές μας την κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και τη λογική του εύκολου και βραχυπρόθεσμου οφέλους.»

Τα χρήματα των ΕΔΕΤ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να άρουν τις καταστροφικές πολιτικές των Μνημονίων; Όροι και προϋποθέσεις για ν’ ανοίξει η στρόφιγγα της χρηματοδότησης.

Πρόκειται για άποψη, η οποία διακινείται – από τους πάσης φύσεως και απόχρωσης εκφραστές των Μνημονιακών πολιτικών – ευρέως τα τελευταία χρόνια. Τι λένε όμως οι σχετικοί, με τη λειτουργία των Ταμείων της ΕΕ, κανονισμοί για την τρέχουσα προγραμματική περίοδο 2014 -2020;

Έτσι, στο 4ο Κεφάλαιο («Μέτρα που συνδέονται με τη χρηστή οικονομική διαχείριση») του Κανονισμού (ΕΕ) 1303/2013 αναφέρεται ότι η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τροποποίηση του Συμφώνου Εταιρικής Σχέσης (βλ. ΕΣΠΑ) και των σχετικών προγραμμάτων στην περίπτωση που συντρέχουν λόγοι, οι οποίοι σχετίζονται με αποκλίσεις από το σφιχτό δημοσιονομικό πλαίσιο που επιβάλλεται στα κράτη-μέλη και προκειμένου να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπος των ΕΔΕΤ στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα.

Στην περίπτωση που το κράτος-μέλος δεν αναλάβει αποτελεσματική δράση προκειμένου να ανταποκριθεί στις συστάσεις της Επιτροπής, δίνεται η δυνατότητα στην Επιτροπή να εκδώσει απόφαση, μέσω εκτελεστικής πράξης, για την αναστολή μέρους ή του συνόλου των πληρωμών στα οικεία προγράμματα ή προτεραιότητες!

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα «χρήματα του ΕΣΠΑ», πάνε χέρι – χέρι με τις Μνημονιακές πολιτικές, την ουσία των οποίων η κοινωνική πλειοψηφία γνωρίζει πολύ καλά….

Οι προϋποθέσεις μάλιστα για να ανοίξει και να παραμείνει ανοικτή η στρόφιγγα του ΕΣΠΑ 2014 – 2020, δεν περιορίζονται στη τήρηση δημοσιονομικών στόχων. Έχουν «μεταφραστεί» σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, ανά τομέα της οικονομίας και ακούνε στο όνομα «εκ’ των προτέρων αιρεσιμότητες.»

Στο άρθρο 19 του Κανονισμού 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ορίζοντας την έννοια της «εκ’ των προτέρων αιρεσιμότητας» αναφέρεται ως «συγκεκριμένος και επαρκώς προκαθορισμένος κρίσιμος παράγοντας, ο οποίος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική και αποδοτική υλοποίηση του ειδικού στόχου επενδυτικής προτεραιότητας ή προτεραιότητας της Ένωσης, έχει δε άμεση και πραγματική σχέση με την υλοποίηση αυτή και άμεσο αντίκτυπο σε αυτήν».

Πρόκειται ουσιαστικά για νομοθετικές πρωτοβουλίες σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, τις οποίες το κράτος-μέλος θα πρέπει να αναλάβει, σε συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα, γιατί σε αντίθετη περίπτωση η Επιτροπή δύναται να αναστείλει το σύνολο ή μέρος των ενδιάμεσων πληρωμών.

Μεταξύ αυτών είναι η προώθηση της επιχειρηματικότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η λειτουργία των μονάδων υγείας με οικονομικά επωφελή τρόπο, η τιμολόγηση του νερού σ’ όλη τη χώρα με τρόπο που να αντιστοιχεί στο «πραγματικό κόστος.»

Στις σχετικές με τον τομέα της απασχόλησης θεματικές εκ των προτέρων αιρεσιμότητες (Παρ. ΧΙ, Καν. 1303/13) απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την ουσιαστική μείωση της ανεργίας. Αντίθετα, συσχετίζεται η επίτευξη του στόχου για «ποιοτική και βιώσιμη απασχόληση» με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στις αιρεσιμότητες του συγκεκριμένου τομέα εντάσσονται δράσεις σχετικά με: «[…] τη μείωση του χρόνου και του κόστους που συνεπάγεται η σύσταση μίας επιχείρησης […], για την έκδοση αδειών και εγκρίσεων για τη σύσταση και άσκηση ειδικής δραστηριότητας μίας επιχείρησης […]», αλλά και για την ανάπτυξη «[…] επιχειρήσεων και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (πρόσβαση σε κεφάλαιο), οι οποίες περιλαμβάνουν την προσέγγιση μειονεκτουσών ομάδων, περιοχών ή και των δύο […]».

Στο τομέα της εκπαίδευσης η χώρα μας καλείται να λάβει, μεταξύ άλλων, μέτρα, ικανοποιώντας σχετικές αιρεσιμότητες, για την αύξηση της απασχολησιμότητας και της επιχειρηματικότητας, τα οποία «ενθαρρύνουν την ανάπτυξη “οριζόντιων δεξιοτήτων”, συμπεριλαμβανομένης της επιχειρηματικότητας στα σχετικά προγράμματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.»

Επίσης, μέτρα για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Επαγγελματικών Προσόντων και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ακαδημαϊκών Μονάδων για την Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση, αλλά και για τη βελτίωση της συνάφειας της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας. Προωθείται ουσιαστικά και με μοχλό την είσοδο στη χώρα των χρημάτων του ΕΣΠΑ, όλο το πλαίσιο που αφορά την κατάργηση της ενιαίας αξίας των πτυχίων, την υποταγή της εκπαίδευσης στην αγορά και τις ιδιωτικοποιήσεις, συνολικά η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση, η οποία δεκάδες φορές τις τελευταίες δεκαετίες έχει «μπλοκαριστεί» από μαζικές κινητοποιήσεις σε πανεπιστήμια και σχολεία.

Μέρος των αιρεσιμοτήτων προκειμένου να ξεκινήσει η υλοποίηση έργων ΕΣΠΑ στο χώρο της εκπαίδευσης καλύπτεται από το Νόμο Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ 4009/2011 («Δομή, λειτουργία διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών…») και το Νόμο 4076/2012 («Ρυθμίσεις θεμάτων ΑΕΙ»), για την περαιτέρω πρόσδεση των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις, υποτάσσοντας το περιεχόμενο των σπουδών στις ανάγκες των τελευταίων και περιορίζοντας τα εργασιακά δικαιώματα των αποφοίτων – μελλοντικών εργαζομένων.

Οι «εκ των προτέρων αιρεσιμότητες», όπως προκύπτει από τα παραπάνω παραδείγματα, έρχονται να εξασφαλίσουν, είτε κατά την έναρξη των επιχειρησιακών προγραμμάτων είτε το αργότερο μέχρι τις 31-12-2016, το πλαίσιο μέσω των αναγκαίων «μεταρρυθμίσεων» προκειμένου τα χρήματα της ΕΕ να «αποδώσουν», με κριτήριο τις κυρίαρχες επιλογές σε συγκεκριμένους τομείς. Υπ’ αυτή την έννοια, κάθε άλλο παρά κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερες μπορούν να χαρακτηριστούν.

Ποιες οι Προτεραιότητες και οι Στόχοι του ΕΣΠΑ 2014 – 2020;

Όλη η φιλοσοφία του ΕΣΠΑ σφραγίζεται από την έννοια της «επιχειρηματικότητα». Η ανάγκη για δημιουργία ανταγωνιστικών επιχειρήσεων τίθεται ως πρωταρχική. Αυτή καλούνται να υπηρετήσουν οι συγχρηματοδοτούμενες πράξεις, που θα ενταχθούν στα τομεακά και περιφερειακά προγράμματα του ΕΣΠΑ 2014 – 2020.

Επιδιώκεται η επένδυση των πόρων των ΕΔΕΤ σε συγκεκριμένους τομείς ανά περιφέρεια που θα προσδώσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην οικονομία της περιφέρειας (βλ. «Στρατηγική της Έξυπνης Εξειδίκευσης» – RIS3). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι σχετικές μελέτες ανά περιφέρεια αποτέλεσαν το πρώτο βήμα για το σχεδιασμό των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων.

Σύμφωνα με τον Κανονισμός 1303/13 (άρθρ. 2, παρ. 3), με τη στρατηγική της Έξυπνης Εξειδίκευσης επιδιώκεται: «η δημιουργία ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, μέσω της ανάπτυξης και της αντιστοίχισης των ισχυρών σημείων της έρευνας και καινοτομίας με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.» Με τη διαδικασία διαμόρφωσης Στρατηγικών Έξυπνης Εξειδίκευσης, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο: «ανακαλύπτεται η επιχειρηματικότητα, έτσι ώστε να γίνει πιο αποδοτική η χρήση των διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων της ΕΕ και να αυξηθούν οι συνέργειες μεταξύ διαφορετικών εθνικών και περιφερειακών πολιτικών σε επίπεδο ΕΕ καθώς και μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.»

Με απλά λόγια επιδιώκεται η μέγιστη συγκέντρωση πόρων για την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας» και της κερδοφορίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Η ΕΕ μέσα από την έξυπνη εξειδίκευση απομακρύνεται από τη «θέσπιση γενικών προτεραιοτήτων» (π.χ. βελτίωση ανθρώπινου κεφαλαίου, ενίσχυση συνεργασίας έρευνας-βιομηχανίας κ.λπ.), που οδήγησε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, στις προηγούμενες περιόδους σε διάχυση και απώλεια πόρων. Επιλέγει τη θέσπιση: «κάθετων προτεραιοτήτων σχετικά με τομείς, τεχνολογίες και δράσεις […] συμπεριλαμβάνοντας δυναμισμό, ανταγωνιστικές συμμετοχές, επιχειρηματική γνώση σε συνδυασμό με επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική, με τη γνώση των εξελίξεων στην αγορά, τις επιχειρηματικές ανάγκες και τις αναδυόμενες ευκαιρίες.»

Το ΕΣΠΑ 2014-2020 επιδιώκει να συμβάλει σ’ ένα: «νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα το οποίο αποβλέπει στη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων στον παγκόσμιο χώρο με περαιτέρω αναβάθμιση και δημιουργία των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.» Σύμφωνα με το κείμενο του ΕΣΠΑ 2014 – 2020 «βασική επιδίωξη της στρατηγικής του αποτελεί σημαντικό ποσοστό των πόρων του ΕΣΠΑ να δράσει ως καταλύτης για την ενεργοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων την επόμενη δεκαετία.»

Η υλοποίηση του ΕΣΠΑ 2014-2020 επιδιώκεται να προκαλέσει και να παγιώσει διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία, σε αντίθεση με τα Πλαίσια των Προγραμματικών Περιόδων που προηγήθηκαν, των οποίων «η συνακόλουθη ανάπτυξη ήταν συγκυριακή και δεν συνδέονταν με διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία.» Οι πυλώνες στήριξης της «ευημερίας» που υπόσχεται το ΕΣΠΑ 2014-2020 είναι «η ανταγωνιστικότητα, η καινοτομία και η εξωστρέφεια των επιχειρήσεων της χώρας.»

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι λίγο-πολύ και τις προηγούμενες προγραμματικές περιόδους ανάλογοι στόχοι είχαν τεθεί. Το χαμηλό επίπεδο στην επίτευξη αυτών – σύμφωνα και με τους ίδιους τους σχεδιαστές των προγραμμάτων – αποδεικνύει ότι τα αίτια δεν πρέπει να τεθούν στη στοχοθέτηση των αναπτυξιακών προγραμμάτων, αλλά σε δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού. Με βάση και τη τελευταία διαπίστωση τονίζουμε ότι η μη επίτευξη των στόχων των αναπτυξιακών προγραμμάτων, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων κάθε άλλο παρά ακυρώνει τον ταξικό χαρακτήρα των προγραμμάτων αυτών.

Στη Προγραμματική Περίοδο 2014 – 2020 επιδιώκεται η αξιοποίηση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης στοχευμένα, περιορίζοντας δραστικά τη «διασπορά» τους, προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών επιδιώξεων της ντόπιας πολιτικής ελίτ. Αναφερόμενοι εδώ στο παρελθόν των Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, εκτιμούμε ότι η πρόσβαση σημαντικού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας σε αυτά, αν και έπληξε σε ορισμένες περιπτώσεις το κύρος τους (βλ. την ταύτισή τους με πρακτικές «αρπαχτής»), δεν προέκυψε ερήμην αυτών που σχεδιάζουν και υλοποιούν τα Προγράμματα, εντός και εκτός συνόρων.

Το νέο ΕΣΠΑ δίνει προτεραιότητα στους τομείς του τουρισμού, της πληροφορικής/επικοινωνιών, της ενέργειας, της υγείας, του φαρμάκου, της γεωργίας και της μεταποίησης∙ τομείς οι οποίοι θα επιδιωχθεί να παίξουν ρόλο «ατμομηχανής» στην προσδοκώμενη καπιταλιστική ανάπτυξη των επόμενων χρόνων. Στους τομείς αυτούς επιδιώκεται η αύξηση μεγέθους των μονάδων παραγωγής, η εισαγωγή καινοτομίας / νέων προϊόντων και η δημιουργία ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων.

Το αναπτυξιακό όραμα του ΕΣΠΑ 2014-2020 εξειδικεύεται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις (5 Χρηματοδοτικές Προτεραιότητες). Οι πέντε Χρηματοδοτικές Προτεραιότητες είναι:
1. Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων, μετάβαση στην ποιοτική επιχειρηματικότητα με αιχμή την καινοτομία και αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας.
2. Ανάπτυξη και αξιοποίηση ικανοτήτων ανθρώπινου δυναμικού – ενεργός κοινωνική ενσωμάτωση.
3. Προστασία του περιβάλλοντος – Μετάβαση σε μια οικονομία φιλική στο περιβάλλον.
4. Ανάπτυξη – εκσυγχρονισμός – ολοκλήρωση υποδομών για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.
5. Βελτίωση της θεσμικής επάρκειας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Ξεχωρίζει η Χρηματοδοτική Προτεραιότητα «ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων (ιδιαίτερα των ΜΜΕ), η μετάβαση στην ποιοτική επιχειρηματικότητα, με αιχμή την καινοτομία και αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας» ως «η βασική στρατηγική προτεραιότητα και η εμβληματικότερη αυτών, καθώς σηματοδοτεί με το περιεχόμενό της και τον ολοκληρωμένο της χαρακτήρα την κύρια στροφή στο νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα.» Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επενδυτικής προτεραιότητας, επιδιώκεται η δημιουργία περιβάλλοντος φιλικού προς τις επιχειρήσεις προκειμένου να γίνει η Ελλάδα ελκυστικός προορισμός για επενδύσεις (απλούστευση διαδικασιών σύστασης και διακοπής λειτουργίας επιχειρήσεων, μείωση διοικητικής επιβάρυνσης κ.ο.κ.).

Θα δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στη μεταφορά γνώσης από τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα και τους δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με βάση τις ανάγκες της βιομηχανίας, προσελκύοντας κεφάλαια και στήριξη από ιδιώτες επενδυτές. Η διαδικασία αυτή θα ενισχυθεί από διασυνοριακές, αλλά και διεθνείς συνεργασίες.

Στη Χρηματοδοτική Προτεραιότητα «Ανάπτυξη και αξιοποίηση ικανοτήτων ανθρώπινου δυναμικού – Ενεργός κοινωνική ενσωμάτωση» εντάσσονται οι παρεμβάσεις στους τομείς εκπαίδευση, απασχόληση και υγεία. Σ’ αυτούς τους κρίσιμους κοινωνικά τομείς επιδιώκεται η διαχείριση των ακραίων φαινομένων, όπως η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου, η μη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, κατάρτισης και απασχόλησης κ.ά. προκειμένου να αμβλυνθούν οι ακραίες επιπτώσεις τους στην ελληνική κοινωνία. Βέβαια, η διαχείριση αυτών των φαινομένων απέχει πολύ από την ικανοποίηση σύγχρονων κοινωνικών αιτημάτων για παροχή σύγχρονων, ποιοτικών, δημόσιων και δωρεάν υπηρεσιών σε υγεία και εκπαίδευση, όπως επίσης και από το αίτημα δουλειά για όλους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όσον αφορά την ανεργία, μεταξύ των στόχων της δεύτερης Χρηματοδοτικής Προτεραιότητας είναι η «ανάσχεση της αύξησης του ποσοστού της ανεργίας και η διαμόρφωση προϋποθέσεων εισόδου σε συστημικό κύκλο σταδιακής αύξησης της απασχόλησης.» Για την επίτευξη αυτών προκρίνονται έργα για την ενίσχυση της κινητικότητας στην απασχόληση, η οποία περνά μέσα από τη «σύνδεση εκπαίδευσης και απασχόλησης», την «αναβάθμιση της απασχολησιμότητας του ανθρώπινου δυναμικού», τον επαναπροσδιορισμό του λειτουργικού μοντέλου του ΟΑΕΔ και το σχεδιασμό και την εφαρμογή ολοκληρωμένων και βιώσιμων τοπικών στρατηγικών αντιμετώπισης της ανεργίας. Ειδικότερα για τους νέους η επιδίωξη να μειωθεί η ανεργία, που μαστίζει σχεδόν έναν στους δύο, αναμένεται να επιτευχθεί μέσω προγραμμάτων πρώτης απασχόλησης στα πρότυπα της Γαλλίας (Εγγύηση για τους Νέους).

Αναφορικά με τις παρεμβάσεις στο χώρο της υγείας, που εντάσσονται σ’ αυτή τη Χρηματοδοτική Προτεραιότητα, επιδιώκεται: «η αναδιάταξη του υφιστάμενου εθνικού μοντέλου παροχής υπηρεσιών υγείας, προκειμένου να βελτιωθεί η σχέση κόστους-αποτελέσματος που χαρακτηρίζει το σημερινό σύστημα.» Άμεση προτεραιότητα αποτελούν: «η διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας του συστήματος υγείας και η βελτίωση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος Α΄βάθμιας φροντίδας» και «η εξασφάλιση της παροχής ελάχιστου δυνατού επιπέδου υπηρεσιών υγείας σε όλους τους πολίτες.»

Στην κατεύθυνση μείωσης της δημόσιας δαπάνης στην υγεία, προκρίνεται και η λύση της τηλεϊατρικής για τις ορεινές, απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές έναντι της ίδρυσης σύγχρονων δημόσιων, επαρκώς στελεχωμένων κέντρων υγείας και νοσοκομείων. Υποστηρικτικά της Χρηματοδοτικής Προτεραιότητας που αφορά την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας λειτουργούν και οι Χρηματοδοτικές Προτεραιότητες για την «Προστασία του περιβάλλοντος – Μετάβαση σε μια οικονομία φιλική στο περιβάλλον» και για την «Ανάπτυξη – εκσυγχρονισμό – συμπλήρωση υποδομών για την οικονομική και κοινωνική ένταξη».

Στον τομέα του περιβάλλοντος επιδιώκεται η αξιοποίηση πράσινων τεχνολογιών και στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος για να αναζωογονηθεί η καπιταλιστική οικονομία στον συγκεκριμένο τομέα. Τονίζεται ότι: «η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η εξοικονόμηση ενέργειας – ενεργειακή αποδοτικότητα αποτελούν βασικές προτεραιότητες, από τις οποίες αναμένεται να προκύψει και νέα “πράσινη” επιχειρηματικότητα. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί δυνητικά για τη χώρα σημαντικό πεδίο ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.»

Αναγκαίο συμπλήρωμα των τεσσάρων προαναφερόμενων χρηματοδοτικών προτεραιοτήτων είναι η αναμόρφωση του δημόσιου τομέα και συγκεκριμένα: «η βελτίωση της θεσμικής επάρκειας και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.» Ένας δημόσιος τομέας ο οποίος σχεδιάστηκε πριν από αρκετές δεκαετίες προκειμένου να εξυπηρετεί σε κάποιο βαθμό και κοινωνικές ανάγκες − ως προϊόν κοινωνικών και πολιτικών αγώνων −, παρά τις τροποποιήσεις και την αποψίλωση από προσωπικό και αντικείμενα (βλ. ιδιωτικοποιήσεις σε ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, ορυκτό πλούτο κά), κρίνεται ακόμα ακατάλληλος για την παροχή υπηρεσιών κυρίως στους ιδιώτες επενδυτές.

Επιχειρείται λοιπόν, και θα χρηματοδοτηθεί από τα ΕΔΕΤ, η διαμόρφωση διαδικασιών και η «ανάπτυξη» ανθρώπινου δυναμικού του δημόσιου τομέα με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση των επιχειρήσεων και γι’ αυτόν το λόγο οι σχετικές παρεμβάσεις χαρακτηρίζονται ως «πρώτη προτεραιότητα και προϋπόθεση επιτυχίας του νέου αναπτυξιακού μοντέλου.»

Ιδιαίτερο βάρος θα δοθεί στη διαμόρφωση των εργαζομένων του δημοσίου, με κριτήριο τον δημόσιο τομέα που θα προκύψει μετά την εφαρμογή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Όσον αφορά το πρότυπο του νέου δημόσιου υπαλλήλου, στόχο αποτελεί: «η ατομική τους ανάπτυξη προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες των διαρθρωτικών και θεσμικών αλλαγών των μεταρρυθμίσεων.»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *