Γιατί διεκδικούμε σήμερα την άμεση αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

του Θανάση Κανιάρη

Η εμφάνιση στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, της «ΔιΕΕξόδου» που παλεύει για την αποδέσμευση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτυχε κατ’ αρχάς μιας «ουδέτερης» προβολής από τα ΜΜΕ.

Είμαστε πεπεισμένοι, ότι στον βαθμό που θα προχωρήσει το νέο εγχείρημα, όσο θα βρίσκει απήχηση στα λαϊκά στρώματα, που εναγωνίως αναζητούν τρόπους διαφυγής από την σημερινή τραγική κατάσταση -μια κατάσταση η οποία έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα των σκληρών πολιτικών λιτότητας που έχουν επιβάλλει οι ποικιλώνυμες κυβερνήσεις μετά το 2009, με την άμεση καθοδήγηση και εποπτεία του ιμπεριαλιστικού παράγοντα-  οι δραστηριότητες της «ΔιΕΕξόδου» θα βρίσκουν τη θέση τους στον ημερήσιο Τύπο και στα δελτία των τηλεοπτικών σταθμών.

Από την πλευρά των πολιτικών κομμάτων, με τη «ΔιΕΕξοδο» ασχολήθηκε μόνο το ΚΚΕ, και μάλιστα κατά τρόπο αρνητικό.

Σε άρθρο του στο «Ριζοσπάστη» στις 7 Αυγούστου με τίτλο «BREXIT και οπορτουνισμός» το μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής του κόμματος Κώστας Μπορμπότης, ασκεί δριμεία κριτική σε όλα τα κόμματα και τους φορείς της Αριστεράς, για τις θέσεις που εξέφρασαν στο βρετανικό δημοψήφισμα και ούτε λίγο ούτε πολύ τα κατηγορεί ότι κινούνται στη γραμμή του αστικού «ευρωσκεπτικισμού», του αντιδραστικού δηλαδή πολιτικού και ιδεολογικού ρεύματος το οποίο εκπροσωπείται από την ευρωπαϊκή ακροδεξιά (Λεπέν στη Γαλλία) και από εθνικιστικά κινήματα τύπου Φάρατζ στην Αγγλία και –στην πιο ήπια εκδοχή του– Πέπε Γκρίλο στην Ιταλία.

Τα πυρά του αρθρογράφου παίρνουν και τη «ΔιΕΕξοδο» καθώς αναφέρει: «Το θέμα της εξόδου από την ΕΕ, με αφορμή και το Brexit, εμφανίζεται τώρα ως το νέο «ιερό δισκοπότηρο» (όπως προηγουμένως η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η αντιμνημονιακή πάλη), που μπορεί, χωρίς ανατροπή της αστικής εξουσίας, να οδηγήσει σε ριζοσπαστικές αλλαγές. Γι’ αυτό έχει γίνει πεδίο ζυμώσεων και συγκλίσεων ανάμεσα στα οπορτουνιστικά κόμματα και ομάδες. Σε αυτήν τη βάση δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του «Εργατικού Αγώνα» και μικρότερες ομάδες («Ένωση Δικαίων», ομάδα Πατέλη κ.ά.) συνέπραξαν πρόσφατα στη συγκρότηση κίνησης με το όνομα «ΔιΕΕξοδος» (ιδρυτική συνέλευση στις 3/7) που προβάλλει ως βασική θέση ότι «υπάρχει ζωή έξω από την Ευρωπαϊκή Ενωση», χωρίς να λέει καμιά κουβέντα για το ζήτημα της εξουσίας».

Αντιφάσεις

Πριν παραθέσουμε τις απόψεις μας για την κριτική που ασκεί το ΚΚΕ στη «ΔιΕΕξοδο» θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι το κείμενο βρίθει αντιφάσεων.

Σωστά επισημαίνει ο αρθρογράφος ότι  «Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εκφράζει έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην ΕΕ, η οποία καταγράφεται και σε άλλες χώρες. Είναι μια δυσαρέσκεια δίκαιη και δικαιολογημένη από τα χρόνια εφαρμογής αντιλαϊκών πολιτικών και την κατάσταση που ζουν τα λαϊκά στρώματα στις χώρες της ΕΕ, ανεξάρτητα από το ταξικό και πολιτικό της βάθος».

Και αμέσως μετά: «Το ζητούμενο είναι αυτή η λαϊκή διαμαρτυρία να στοχεύσει τον πραγματικό ένοχο, την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία, και όχι να εγκλωβίζεται στη μία ή την άλλη παραλλαγή της αστικής πολιτικής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και την αναπροσαρμογή των συμμαχιών των καπιταλιστικών κρατών. Αυτό δεν μπορεί να υπηρετηθεί όσο μένει εγκλωβισμένη σε ξένα συμφέροντα».

Από τη μια –και σωστά– αναγνωρίζει ότι το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος εκφράζει την έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην ΕΕ, και από την άλλη θέτει ως προϋπόθεση ορθής πολιτικής πρακτικής  η λαϊκή αυτή διαμαρτυρία να στοχεύει τον πραγματικό ένοχο, την καπιταλιστική ιδιοκτησία, εξουσία  κλπ.

Επιχειρεί να συνδέσει με μια ευθεία «καθαρή» γραμμή έναν αντικειμενικό παράγοντα –τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην ΕΕ – με ένα υποκειμενικό. Την ύπαρξη ενός πολιτικού υποκειμένου και τη διαμόρφωση ενός τόσο υψηλού επιπέδου κοινωνικής συνείδησης –στο πλαίσιο μιας δομημένης από το σημερινό σύστημα εξουσίας κατάστασης, όπου η κυρίαρχη ιδεολογία είναι πάντα η ιδεολογία της κατεστημένης εξουσίας-   που, κατά την γνώμη του, θα μετασχηματίσουν την λαϊκή δυσαρέσκεια σε πολιτική δράση κατά της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, εξουσίας κλπ.

Το ερώτημα είναι, όταν δεν υπάρχουν εκείνος ο υποκειμενικός παράγοντας και το υψηλό επίπεδο κοινωνικής συνείδησης που περιγράφει ο αρθρογράφος –όπως πραγματικά δεν υπάρχει ένα τέτοιο κόμμα στη Μ. Βρετανία, ενώ η κοινωνική συνείδηση αντανακλά και σε τελική ανάλυση διαμορφώνεται από την κυρίαρχη ιδεολογία– τι θα έπρεπε κατά την γνώμη του να είχαν κάνει οι βρετανοί εργαζόμενοι; Να είχαν ψηφίσει υπέρ της εξόδου –όπως και έκαναν; Να μην ψήφιζαν ούτε ΝΑΙ ούτε ΟΧΙ; Να είχαν ψηφίσει υπέρ της παραμονής; Γιατί, όπως και ο ίδιος αναφέρει, την λαϊκή αυτή δυσαρέσκεια που εκφράστηκε με την ψήφο υπέρ της εξόδου της Μ. Βρετανίας από την ΕΕ, την καρπώθηκε τελικά ο αστικός «ευρωσκεπτικισμός». Επομένως;

Και παρακάτω: Όπως ο ίδιος ομολογεί, λαϊκή δυσαρέσκεια υπάρχει σήμερα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Τι προτείνει να κάνουν οι δυσαρεστημένοι ευρωπαίοι εργαζόμενοι; Να την εκφράσουν ΣΗΜΕΡΑ, άμεσα και έμπρακτα, ή να περιμένουν να ωριμάσουν οι συνθήκες για την τελική έφοδο; Αυτό το ερώτημα βέβαια είναι ρητορικό. Όταν εκδηλώνεται λαϊκή δυσαρέσκεια, δεν μπορείς να πεις στους εργαζόμενους «κρατάτε την αγανάκτηση μέσα σας μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες σε… πέντε, δέκα  ή και είκοσι χρόνια». Γιατί μία τέτοια πολιτική στάση θα είναι το ανέκδοτο της ημέρας. Από τη στιγμή που διαπιστώνεις έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια σε συγκεκριμένες πολιτικές, ενάντια σε συγκεκριμένους πολιτικούς-οικονομικούς-στρατιωτικούς οργανισμούς, δρας ΑΜΕΣΑ, εκδηλώνεις δράση στο ΣΗΜΕΡΑ, γιατί διαφορετικά, αν αδιαφορήσεις περιμένοντας… να ωριμάσουν οι συνθήκες, καιροφυλακτούν οι φασίστες της Χρυσής Αυγής και οι τυχοδιώκτες τύπου Αρτέμη Σώρρα.

Και αυτό δεν υπηρετείται όταν καταγγέλλεις κάθε πολιτική δραστηριότητα που στοχεύει στο ΣΗΜΕΡΑ -που χρησιμοποιεί το ΣΗΜΕΡΑ σαν τον αναγκαίο βατήρα για να διεκδικήσει τους φιλόδοξους στόχους του ΑΥΡΙΟ- σαν οπορτουνιστική.

Εμείς, ως «ΔιΕΕξοδος», σε καμία περίπτωση δεν έχουμε την πρόθεση να αντιπαρατεθούμε –πόσο μάλλον να συγκρουστούμε– με το ΚΚΕ.

Εκτιμούμε βαθύτατα, ότι, ανεξάρτητα τις πολιτικές διαφωνίες που έχουμε μαζί του στη σημερινή συγκυρία, στις τάξεις του συσπειρώνονται άτομα με υψηλό βαθμό πολιτικοποίησης και κοινωνικής ενόρασης, γνήσιοι αγωνιστές, με σημαντική συμβολή στη δράση του συνδικαλιστικού και λαϊκού κινήματος. Με τους ανθρώπους αυτούς θα επιδιώξουμε να συναντηθούμε στους καθημερινούς αγώνες και, σε καλοπροαίρετη βάση, θα συζητήσουμε μαζί τους και γι΄αυτά που μας χωρίζουν, αλλά και γι΄αυτά που μας ενώνουν.

Πέρα από αυτό, δεν ξεχνάμε ποτέ, ότι η «ΔιΕΕξοδος» δεν προήλθε από παρθενογένεση. Η πάλη κατά της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και το αίτημα της αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή αυτή λυκοσυμμαχία, είχε ξεκινήσει πολλές δεκαετίες πριν. Από τις αρχές της δεκαετίας του 60, το παράνομο τότε ΚΚΕ και η ΕΔΑ, είχαν καταγγείλει στον ελληνικό λαό τις πολιτικές πρωτοβουλίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και των μεγάλων επιχειρηματιών, να εντάξουν την Ελλάδα στην ΕΟΚ. Και, εν είδει προφητείας, με σοβαρά πολιτικά επιχειρήματα, είχαν επισημάνει τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για τους εργαζόμενους, τους επαγγελματοβιοτέχνες και τους φτωχούς αγρότες, η οργανική προσχώρηση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Πολιτικές θέσεις και απόψεις, οι οποίες, υπό το φως των σημερινών εξελίξεων, επιβεβαιώθηκαν κατά τρόπο τραγικό.

Οι πολιτικοί αυτοί χώροι ύψωσαν ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο για την αποκάλυψη του πραγματικού ρόλου της ΕΟΚ-ΕΕ, και ήρθαν σε σφοδρή αντιπαράθεση με τις πληρωμένες γραφίδες του κατεστημένου, που, μέσα από την αρθρογραφία τους, επεδίωκαν να παρουσιάσουν μια επίπλαστη και αναληθή εικόνα για το ρόλο της «Ενωμένης Ευρώπης» στον σύγχρονο κόσμο. Τα περί «Ευρώπης των λαών, της αλληλεγγύης, της ευημερίας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας» δεν είναι εφευρήματα της σημερινής κατεστημένης δημοσιολογίας. Είχαν προηγηθεί άλλοι στο παρελθόν που πασπάλιζαν με την χρυσόσκονη των Ευρωπαϊκών Μεσογειακών Προγραμμάτων τα μυαλά και την συνείδηση  των εργαζομένων, προκειμένου να τους πείσουν για τα δήθεν «ευεργετήματα» που θα εξασφάλιζε η  συμμετοχή της χώρας στις Ευρωπαϊκές Οικονομικές Κοινότητες.

Δεν ήταν όμως μόνο η ιδεολογική και προπαγανδιστική δουλειά που είχαν κάνει οι κομμουνιστές και γενικότερα η Αριστερά, προκειμένου να αποκαλύψουν στον ελληνικό λαό το πραγματικό προσωπείο του  ευρωπαϊκού  κεφαλαίου, αν και η δουλειά αυτή αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τους αγώνες του σήμερα. Οι επιστημονικές εργασίες, οι μελέτες, τα άρθρα, οι έρευνες –δουλειά εργώδης και επιστημονικά τεκμηριωμένη– που φώτιζαν την ουσία των σχέσεων της Ελλάδας με την ΕΟΚ/ΕΕ, έχουν διαχρονική ισχύ.

Το πιο σημαντικό βέβαια απ’ όλα είναι ότι το αίτημα της αποδέσμευσης της Ελλάδας από τη ΕΟΚ/ΕΕ, μπήκε μέσα στο συνδικαλιστικό και λαϊκό κίνημα και, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος, κέρδισε το μυαλό, την καρδιά και τη συνείδηση του ελληνικού λαού. Ακόμα και σήμερα μπορεί κάποιος να δει στην επαρχία τα μισοσβησμένα από τον χρόνο συνθήματα «όχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων», «όχι στην ΕΟΚ των χωματερών».

Ηταν τέτοια η αίγλη του κινήματος κατά της αποδέσμευσης, που εξανάγκασε και άλλες δυνάμεις στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 να υιοθετήσουν την αντί – ΕΟΚ ρητορική και συνθηματολογία. «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» κραύγαζε το ΠΑΣΟΚ την συγκεκριμένη περίοδο. Και είναι όντος σημαντική –σημαντικότατη– επιτυχία, ότι ο λαός της χώρας αυτής μπολιάστηκε με την επιστημονικά σωστή αντι-ΕΟΚ/ΕΕ συνείδηση και δεν έπεσε θύμα των ευρωλάχνων δημοσιολόγων και των κατεστημένων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων –των μόνων που πραγματικά είχαν οφέλη από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ– που προπαγάνδιζαν από τότε τα περί «ευρωπαϊκού μονόδρομου» και το «αναπόδραστο» του ευρωπαϊκού εγχειρήματος…

Γιατί ζητάμε έξοδο από την ΕΕ σήμερα;

Πρώτο: χωρίς βαριές πολιτικές αναλύσεις, που μερικές φορές χάνονται στην μετάφραση, όποιον εργαζόμενο και να ρωτήσουμε για την αιτία των δεινών που τον έχουν βρει τα χρόνια της κρίσης και των σκληρών προγραμμάτων λιτότητας,  προς τις Βρυξέλες θα κοιτάξει. Όλος ο ορυμαγδός των θανατερών μέτρων που εφαρμόζονται έχουν στην ούγια την υπογραφή made in EU, made in IMF.

Και μπορεί ο κόσμος να μην έχει εμβαθύνει σε περισπούδαστες μαρξιστικές αναλύσεις, αλλά έχει κριτήριο. Και το λαϊκό κριτήριο ποτέ δεν πρέπει να το υποτιμάμε.

Δεύτερο: η άποψη ότι οι αγώνες που δεν στοχεύουν στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, είναι, όχι μόνο αναποτελεσματικοί και επιζήμιοι, αλλά συμβάλουν στην ενσωμάτωση του λαϊκού κινήματος στην υπάρχουσα κατεστημένη κατάσταση πραγμάτων, όχι μόνο είναι λαθεμένη, αλλά αν κρίνουμε και από την περίπτωση της Ελλάδας, είναι καταστροφική.

Τα πράγματα είναι απλά. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50, τα κράτη που λειτουργούσαν με βάση τις αρχές της  αποκαλούμενης ελεύθερης οικονομίας, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τα καπιταλιστικά εν τέλει κράτη στο έδαφος της Ευρώπης, αρχίζουν να συνασπίζονται, πρώτα με την Ένωση Ανθρακα και Χάλυβα, μετά με την ΕΟΚ και την μετεξέλιξή της σε Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα 28 ευρωπαϊκά κράτη, η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών, έχει ενταχθεί στην ΕΕ, ενώ και αυτά που δεν είναι οργανικά ενταγμένα, έχουν συνάψει ειδικές οικονομικές σχέσεις και ουσιαστικά βρίσκονται υπό τον άμεσο έλεγχο των Βρυξελλών (Σερβία, Αλβανία, Κροατία κλπ).

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι η ΕΕ είναι σήμερα η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη του πλανήτη, μπροστά και από τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ιαπωνία κλπ.

Στο εσωτερικό της ΕΕ υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, οικονομικών κατά βάση, στην κορυφή του ευρωενωσιακού οικοδομήματος η οποία έχει το στοιχείο της διαχρονικότητας, ενώ παράλληλα σε δεύτερο επίπεδο εκδηλώνεται η σύγκρουση κορυφής –  κοινωνικής βάσης.

Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού για τον έλεγχο και την κυριαρχία της εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς ξεδιπλώνεται η  σύγκρουση των μεγάλων μονοπωλιακών συμφερόντων, ενώ στη μάχη αυτή συμμετέχουν ενεργά και τα κράτη μέλη για λογαριασμό των «δικών τους» μονοπωλιακών ομίλων.

Η μάχη για την οικονομική και πολιτική κυριαρχία έχει φυσικά νικητές και ηττημένους. Θα έχει προσέξει ο αναγνώστης ότι τα τελευταία 15-20 χρόνια κυριαρχεί στον Τύπο η φράση «γερμανική Ευρώπη». Είναι διάχυτη –και όχι αδικαιολόγητα– η άποψη στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ότι όλες οι μεγάλες αποφάσεις για το παρόν και το μέλλον της Ένωσης, λαμβάνονται στο Βερολίνο και όχι στις Βρυξέλες. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι την περίοδο της ελληνικής οικονομικής κρίσης, τα πρόσωπα που κυριαρχούν στην επικαιρότητα, είναι αυτά της καγκελάριου Α.Μέρκελ και του υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε. Είναι οι κυρίαρχοι του παιγνιδιού, με τους άλλους παίχτες να κινούνται στη σκιά τους.

Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε πώς εκδηλώνεται η σύγκρουση κορυφής-κοινωνικής βάσης. Εδώ διαπιστώνουμε, ότι, όταν το ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, καλείται να αντιμετωπίσει τον λαϊκό παράγοντα, ξεχνά τις διαφορές στο εσωτερικό του και δρα ενιαία, ενεργοποιώντας το σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών εναντίον του εχθρού λαού…

Έτσι βλέπουμε ότι οι εργαζόμενοι της χώρας μας την περίοδο της οικονομικής κρίσης, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στο ελληνικό έδαφος και το κατεστημένο πολιτικό σύστημα, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με υπέρτερες δυνάμεις. Με την τεράστια δύναμη πυρός ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δύναμη η οποία έγινε ακόμα μεγαλύτερη,  μετά την «ευγενική» συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην επίλυση του ελληνικού δράματος…

Πρόκειται για δυνάμεις, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν τον λαϊκό παράγοντα επιδιώκουν -και το έχουν καταφέρει– να τον διατηρούν διασπασμένο και κατακερματισμένο, ενώ οι ίδιες δρουν σαν ενιαία κατασταλτική δύναμη.

Με αλλά λόγια, αυτή καθεαυτή η ύπαρξη της Ε.Ε αφενός πολλαπλασιάζει τη δύναμη πυρός του ενωμένου ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην αντιμετώπιση των εργατικών, λαϊκών διεκδικήσεων, αφετέρου, μέσω των πολυπλόκαμων μηχανισμών που έχει στη υπηρεσία της, διατηρεί το εργατικό, λαϊκό κίνημα διασπασμένο και κατακερματισμένο.

Και δεν θέλει ρώτημα ότι το ελληνικό κατεστημένο από μόνο του, στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις και μόνο, δεν θα μπορούσε  να  σηκώσει το βάρος της υλοποίησης και εφαρμογής ενός τόσο σκληρού  προγράμματος λιτότητας σαν αυτό που υλοποιείται τα τελευταία 7 χρόνια στη χώρα. Εκ των ουκ άνευ όρος για την εφαρμογής του, ήταν και παραμένει η εμπλοκή της ΕΕ και του ΔΝΤ στην ελληνική υπόθεση…

Από την άποψη αυτή, μόνο κέρδος θα έχουν οι εργαζόμενοι της χώρας, αν το κίνημα επιβάλει την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ενωση.  Ο εχθρός θα είναι πολύ πιο αδύνατος έξω από αυτή.

Τρίτο: Αν δεν τεθεί σήμερα το αίτημα της αποδέσμευσης….Σήμερα που η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται σε βαθιά κρίση και διανύει το στάδιο της ιστορικής της παρακμής, ενώ έχει αποκαλυφτεί στα μάτια των εργαζομένων ο ρόλος της σαν πολιτικός θεματοφύλακας και εγγυητής των συμφερόντων των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων και ακριβώς, λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων – μονοπωλιακών συμφερόντων – στις κορυφές της, έχουν ενισχυθεί οι φυγόκεντρες δυνάμεις και οι αποσχιστικές τάσεις…Αν δεν βάλουμε ΣΗΜΕΡΑ το αίτημα της αποδέσμευσης από την σκοπιά των εργατικών, λαϊκών συμφερόντων, που όλα συνηγορούν υπέρ των απόψεων μας, πότε θα το κάνουμε;

ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΟΥ ΜΕΝΕΤΟΙ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *